Zpiderland

Tuesday, March 30, 2010

Τελευταία ευκαιρία

Κοίταξε το ρολόι του και ήταν χθες. Απίστευτο! Και όμως του είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν ήξερε για ποιο λόγο, δε θυμόταν τι είχε πάει στραβά, γνώριζε μέσα του μόνο ότι έπρεπε να διορθώσει το λάθος. Τόσες φορές στο παρελθόν είχε ευχηθεί να μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να τα αλλάξει όλα. Τώρα είχε συμβεί. Μακάρι να γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Τα μάτια του δεκατέσσερα. Πόσες δεύτερες ευκαιρίες μπορεί να έχει κανείς στη ζωή του; Ούτε να διανοηθεί να την αφήσει να πάει χαμένη.

Κοίταξε τριγύρω του. Ένας γεράκος μετράει κέρματα στη χούφτα του, πιο δίπλα μια θεία με ανέκφραστο πρόσωπο και ένας πιτσιρικάς με ακουστικά στα αυτιά και φαρδύ παντελόνι. Φλασιά. Ήταν άραγε η κοπέλα που καθόταν απέναντί μου στο λεωφορείο; Θυμάμαι. Κατέβηκε στη στάση της. Την είδα να χάνεται μέσα στο αστικό τοπίο. Δε βρήκα το θάρρος να της μιλήσω. Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του.

Σχεδόν όλα τα καθίσματα πιασμένα και μερικοί όρθιοι να κρατιούνται από τα χερούλια. Γνώριμες φυσιογνωμίες. Ο χοντρός που ξύνει τη μύτη του, η γιαγιά που κοιτάζει επικριτικά το φαρδύ παντελόνι του νεαρού, δυό δωδεκάχρονες που χασκογελούν ανταλλάσοντας μυστικά και στο βάθος εκείνη. Με τα ανάκατα ξανθιά μαλλιά και τη ματιά που διαπερνούσε τα πάντα να διαβάζει το μυθιστόρημά της.

Βιάστηκε να πάει κοντά της. Σε πέντε δεύτερα θα σηκωνόταν η κυρία δίπλα της. Η κάθε του κίνηση μελετημένη. Σήκωσε το βλέμμα της από το βιβλίο και τον κοίταξε κατάματα. Λοιπόν τι έχεις να μου πεις σήμερα? Πως θέλεις να με γνωρίσεις; Πως δε γίνεται να με αφήσεις να κατέβω γιατί τότε αυτή θα είναι η τελευταία μας ευκαιρία; Της έγνεψε καταφατικά προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει σε ποια χρονική στιγμή συμβαίνουν όλα αυτά. Λυπάμαι. Δεν έπρεπε να με αφήσεις να κατέβω χθες. Τώρα είμαι αναγκασμένη να φύγω και εσύ ανήμπορος θα με κοιτάζεις να απομακρύνομαι.

Προσπάθησε να της εξηγήσει πως είχε επιστρέψει για να διορθώσει αυτό το λάθος, πως δεν ήταν ανάγκη να κατέβει μόνη της μα πριν προλάβει καν να ολοκληρώσει το συλλογισμό του η κοπέλα βρισκόταν δια μαγείας ήδη στο δρόμο να κοιτάζει το λεωφορείο που απομακρύνεται και αυτός μέσα, φυλακισμένος.

Ο γεράκος που μετρούσε τα κέρματα κάθισε δίπλα του κοιτάζοντάς τον στοργικά. Δεν είναι οι δεύτερες ευκαιρίες που μας λείπουν. Είναι οι πρώτες που τις αφήνουμε να χάνονται ανεκμετάλλευτες και αυτές επαναλαμβάνονται αιώνια στο μυαλό μας. Μας βασανίζουν μέχρι να μάθουμε να τις αξιοποιούμε. Να βρούμε τον τρόπο να τις αναγνωρίζουμε και να τις εκτιμάμε.

Σήκωσε το κεφάλι του να κοιτάξει τον γεράκο. Το ρολόι του έδειχνε πάλι σήμερα. Απέναντί του εκείνη, του χαμογελάει.

Labels:

11 Comments:

Post a Comment

Subscribe to Post Comments [Atom]



<< Home